Τρίτη 19.03.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Κωστής Βαΐτσος – Βλάσης Μισσός: Η πραγματική οικονομία

25.02.2019

Η ​​διαχρονική κρίση αξιών, θεσμών και παραγωγικών δομών στην ελληνική πραγματική οικονομία παρόπλισε σε μεγάλο βαθμό και τις εφικτές επιλογές για την αντιμετώπισή της. Μετά δε την έκρηξη της κρίσης, η κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πολυετή περίοδο τιμωρητικών και βίαιων παρεμβάσεων στην αχαρτογράφητη προώθηση πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης στην Ελλάδα. Κατ’ επέκταση, περιορίστηκε και η άσκηση της εθνικής κυριαρχίας στη λήψη στρατηγικών κοινωνικοοικονομικών αποφάσεων.

Ως άμεση συνέπεια, οι έντονοι κραδασμοί των προκαλούμενων επιπτώσεων διατάραξαν την εισοδηματική διαστρωμάτωση και ενέτειναν την παραγωγική συρρίκνωση. Δύο γενικότερες συνθήκες καθόρισαν τις συστημικές αυτές μετεξελίξεις.

Κατ’ αρχάς, τα προκληθέντα φαινόμενα συναρτώνται άμεσα με τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από τους κανόνες κύριων μηχανισμών πολυεπίπεδης οικονομικής ολοκλήρωσης στη Γηραιά Ηπειρο. Δεύτερον, το κύριο πολιτικό πρόταγμα της Συνθήκης της Ρώμης του 1957 πήγαζε από τις ανάγκες αποτελεσματικής αντιμετώπισης ανταγωνιστικών συνθηκών οικονομικής και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης εντός της Ευρώπης.

Μετά, όμως, την ενοποίηση της Γερμανίας και τη συνταγματική της επανατοποθέτηση το 1990-1991, συγκροτήθηκε μια καθοριστική μετάλλαξη των ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων. Οι αναδυόμενες πραγματικότητες εντάσσονται στα ανταγωνιστικά συμφέροντα που εγείρονται για τη Γερμανία έναντι δύο εξω-ευρωπαϊκών δυνάμεων παγκόσμιας εμβέλειας, των ΗΠΑ και της Κίνας. Επομένως, προκύπτουν ουσιαστικά ερωτήματα ως προς τους ρόλους που αναλαμβάνει η υπόλοιπη Ευρώπη στις εξω-ευρωπαϊκές ανταγωνιστικές φιλοδοξίες της Γερμανίας.

Σε τελική ανάλυση, είναι οι χώροι της παραγωγής καθώς και οι τρόποι άσκησης οικονομικής και πολιτικής δύναμης στις αγορές που διαμορφώνουν τα μεγέθη και τη σύνθεση προστιθέμενων αξιών στην πραγματική οικονομία. Αντίστοιχα, επηρεάζονται και οι συνθήκες προώθησης της απαραίτητης πολυεπίπεδης συνοχής ή της έλλειψής της.

Η παραγωγή και η κατανομή προστιθέμενων αξιών δεν προκύπτουν αυτόματα. Αντίθετα, συγκροτείται με την ενεργοποίηση αποφάσεων και την υλοποίηση αποτελεσματικών επενδυτικών πρωτοβουλιών. Συγχρόνως, προωθείται από την προγραμματισμένη στήριξη επιχειρησιακών και επιχειρηματικών ευκαιριών, αλλά και από θεσμικούς μηχανισμούς επιτυχούς ανάληψης κινδύνων στην παραγωγική αξιοποίηση ταχύρρυθμων και ριζοσπαστικών καινοτομιών.

Οι δυναμικά προκαλούμενες συνέπειες καθορίζουν επίσης και τις ουσιώδεις αιτιάσεις της σύγχρονης ανταγωνιστικότητας, σε αντιδιαστολή με τη γενίκευση ιδεολογημάτων περί του αποτελεσματικού εργασιακού κόστους. Τα τελευταία ανήκουν συχνά στις πραγματικότητες προηγούμενων αιώνων και σε εξωπραγματικές αξιωματικές παραδοχές. Στο διάβα του χρόνου, τα αντίστοιχα ιδεολογήματα καταλήγουν σε ανταγωνιστικές συνθήκες συγκριτικής φτώχειας και συστημικής ένδειας αντί να προωθούν την ευημερία μέσω της αναβάθμισης και της δικαιότερης διάχυσης των ωφελειών της.

Οταν όμως η παραγωγή περιορίζεται εξαιτίας θεσμικής και επιχειρηματικής ανεπάρκειας και αλόγιστης υπερχρέωσης ή, αντίθετα, από πολιτικές παρατεταμένης λιτότητας, όπως και όταν υποβαθμίζεται έναντι ανερχόμενων ανταγωνιστών, αναδύονται γενικευμένες προοπτικές παραγωγικής αποδιάρθρωσης. Τέτοια φαινόμενα καταγράφονται στην επικράτεια τις τελευταίες δεκαετίες.

Τρεις κύριοι τομείς παραγωγικής ενεργοποίησης συγκροτούν τον πυρήνα της εγχώριας πραγματικής οικονομίας (μαζί με την ενεργό συμμετοχή του κοινωνικού κράτους ως βασικού τμήματός της):

Στον ευρύτερο αγροτικό τομέα καθοριστική σπουδαιότητα είχαν ιστορικά οι ιδιαίτερα μικροί κλήροι παραγωγής. Αντίστοιχα θεμελιακή σημασία ανέλαβε η επιδοματική πολιτική της ευρωπαϊκής Κοινής Αγροτικής Πολιτικής. Παρόμοια, ειδικό βάρος κατέχουν και το συγκριτικά πολύ χαμηλό επίπεδο επιμόρφωσης στο αγροτικό παραγωγικό σύστημα και η περιορισμένη γνωσιολογική του υποστήριξη.

Στον πολυκλάδο της μεταποίησης κατά την περίοδο της «εκβιομηχάνισης» συγκροτήθηκε ένα έντονα θερμοκηπιακό προστατευτικό σύστημα. Εκεί, το κόστος που επωμίστηκαν οι εγχώριοι καταναλωτές και φορολογούμενοι συχνά υπερέβαινε τη δημιουργούμενη πραγματική προστιθέμενη αξία. Κύρια στόχευση δεν αποτέλεσαν η εξωστρέφεια και η τεχνολογική και παραγωγική αναβάθμιση, αλλά η μεταβίβαση πλουτοπαραγωγικών πόρων εντός ενός οργανικά ενεργοποιούμενου πελατειακού κράτους.

Τέσσερα χρόνια περίπου μετά την ένταξη της ελληνικής οικονομίας στην ΕΟΚ, η συνεχιζόμενη παραβίαση βασικών άρθρων της Συνθήκης της Ρώμης οδήγησε σε μια επιπρόσθετη δεκαετή μεταβατική περίοδο. Η ολοκλήρωσή της στα μέσα της δεκαετίας του 1990 είχε ήδη προκαλέσει μια ταχεία αποβιομηχάνιση στην ελληνική μεταποίηση. Με εξαίρεση τον αγροδιατροφικό πολυκλάδο και ορισμένες ενεργοβόρες και σοβαρές βιομηχανικές δραστηριότητες, η μνημονιακή περίοδος που ακολούθησε κατέληξε στην κατάρρευση 19 από τους 24 πολυκλάδους της μεταποίησης.

Τέλος, και κατά τη 14ετή προμνημονιακή περίοδο, η διόγκωση του τομέα υπηρεσιών οφείλεται πρωτίστως στις υψηλές επιδόσεις ενός και μοναδικού κλάδου: της Διαχείρισης Ακίνητης Περιουσίας, που προσεγγίζει το ένα πέμπτο της αγοραίας προστιθέμενης αξίας της ελληνικής οικονομίας, δημιουργώντας, όμως, μόνον κάτω του 0,5% των αντίστοιχων θέσεων απασχόλησης.

Η μνημονιακή οκταετία που ακολούθησε οδήγησε σε μια πρωτοφανή καθίζηση προστιθέμενων αξιών στις υπηρεσίες. Πρωτίστως, αυτό προκλήθηκε από την καθολική απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, την παραγωγική αποδιάρθρωση και την άνιση μείωση των διαθέσιμων εισοδημάτων. Επίσης επηρεάστηκε από τη γενίκευση φαινομένων μαζικής παρουσίας εργαζόμενων φτωχών καθώς και από την πρωτόγνωρη έκρηξη της ανεργίας, ιδιαίτερα της μακροχρόνιας.

Η διατηρήσιμη υπέρβαση των ανωτέρω διαρθρωτικών επιπτώσεων δεν αποτελεί ένα αυτόματο και εύκολα επιτεύξιμο εγχείρημα συγκυριακής διαχείρισης πολιτικών κύκλων. Θα απαιτήσει την πολυετή και συνεπή ανάληψη διατομεακών θεσμικών πρωτοβουλιών αναπτυξιακού χαρακτήρα και συνεκτικών επενδυτικών δεσμεύσεων.

Μεταξύ άλλων μεταρρυθμίσεων, κεντρικό ρόλο κατέχει η ένταξη των μέτρων μακροοικονομικής σταθεροποίησης στο σύνθετο πλαίσιο μιας ποιοτικά αναβαθμισμένης και ενεργού αναπτυξιακής αναπροσαρμογής.

* Ο κ. Κωστής Βαΐτσος είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο κ. Βλάσης Μισσός είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το νέο τους βιβλίο, «Πραγματική Οικονομία», μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κριτική.

Πηγή: kathimerini.gr