Κυριακή 23.01.2022 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Από τον Ληθαίο στο Περιστέρι

25.12.2021

Στο Χαλίκι

 

Μεγαλώσαμε πλάι στον Ληθαίο ποταμό. Στα θολά νερά του καθρεφτιστήκαμε πολλάκις για να αναγνωρίσουμε την εικόνα μας. Εις μάτην. Η θολάδα των νερών του και οι ομίχλες του έκρυψαν βαθιά το είδωλό μας. Στη λήθη.

Απόβλητα κάθε είδους  φρόντισαν να σβήσουν τις όμορφες αναμνήσεις της παιδικής  ηλικίας, τις απωθήσανε βαθιά στο βυθό των πραγμάτων. Έμειναν οι ωραίες γέφυρες, οι πλατείες, οι δρόμοι, τα λαμπερά μαγαζιά, η οχλοβοή, υπόλειμμα ενός θαυμαστού καινούργιου κόσμου, να σε ξεγελάνε.  Ότι προχώρησες. Ότι άλλαξες. Εκσυγχρονίστηκες…

Η παιδική μας όμως ηλικία  κυλά κάτω από την ταραγμένη επιφάνεια σαν βιβλίο που ζητά να διαβαστεί. Κάτω από τα χρυσά φθινοπωρινά φύλλα των δένδρων, πίσω από τις φωνές και τις φλυαρίες.

Βαδίζεις στους νέους δρόμους της πόλης. Βλέπεις τα ψηλά κτίρια, τις σύγχρονες βιτρίνες, τις λαμπερές καφετέριες, τα ατελείωτα τροχοφόρα.

Λίγο πιο κάτω ξαπλώνεται νωχελικά, στα υπολείμματα της παλιάς αγοράς, το Παζάρι της πόλης. Ξεχύνεσαι Δευτέρα πρωί στους δρόμους και νοιώθεις την κρυμμένη μέθη μιας βόλτας στην Ανατολή που χαρίζει ακόμη ένα λεπτό άρωμα στα ρημαγμένα από τον επελαύνοντα πολιτισμό σοκάκια.

Ατέλειωτα ζαρζαβατικά, αγκαλιασμένα, στα μεγάλα πλεκτά καλάθια. Διαδοχικές σειρές φρέσκων πολύχρωμων φρούτων σε καλούν να απλώσεις το χέρι. Πραμάτεια χυμένη παντού. Γερόντισσες καθισμένες ανακούκουρδα  τιτιβίζουν ακατάπαυστα. Ποδήλατα σκίζουν το πλήθος με τους καρπούς κρεμασμένους στα τιμόνια, στα μεταλλικά καλάθια, στις τσαλακωμένες σκάρες. Στα καφενεία ο κόσμος σαν τσαμπιά, στα μπουγατσάδικα οι μυρωδιές προκλητικές. Λεωφορεία κορνάρουν και παλεύουν με τα αμάξια προσπαθώντας να διασχίσουν το πλήθος, να φορτώσουν.

Στο μικρό στενό πλάι στο σιδεράδικο, έκανε την έκπληξη ο ψαράς. Άπλωσε σαλάχια, σκάρους, χέλια, μαρίδες, γόπες, λιθρίνια, χταπόδια, μύδια και σουπιές και για το τέλος γυαλιστερές.

Διασχίζεις το πλήθος με τα ψώνια στο χέρι. Μπαίνεις στο μικρό βιβλιοπωλείο. Ξεφυλλίζεις πολλά. Το μάτι στέκει σε ένα πόνημα για τα χωριά του Ασπροποτάμου. Φωτογραφίες. Στο μέσο οι πλατείες, γύρω-γύρω οι χωριανοί, τα παιδιά, οι φορεσιές. Και πίσω τα βουνά. Αγέρωχα, κοφτά, ψηλά, γυμνά. Έχουν κάτι από το θεϊκό μεγαλείο. Κάτι από το ύψος του πνεύματος. Ταξιδεύεις νοερά. Ανεβαίνεις τους δύσκολους δρόμους. Τα τοπία αλλάζουν με ρυθμούς γοργούς.  Είσαι στο πουθενά και  παντού. Φτάνεις ψηλά στην κορυφή. Στο Περιστέρι. Αρχίζεις να Νοιώθεις την Ελευθερία. Σαν πουλί που είναι έτοιμο να πετάξει. Αφήνεις πίσω την λήθη και βουτάς.

Μαγικά τοπία, ποιητικά, ξεπηδούν από τους βράχους, τις πεζούλες, τους μαιάνδρους, τα βρύα, τα χόρτα, τους θάμνους. Από τα νερά της Δρακόλιμνης αναδύονται χιλιάδες μικροί δράκοι. Κρατούν στα δόντια τους το ξεχασμένο υλικό της νιότης. Όλα σε καλούν. Βουτάς όλο πιο βαθιά στο μάγμα της γης. Αναδύεσαι πιο καθαρός και λεύτερος.