Τετάρτη 24.04.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Αποψη: Το επόμενο λαμπρό πεδίον δόξης των ελληνικών τραπεζών

17.12.2018


Με τις εγχώριες τράπεζες να εμφανίζουν ασυνήθιστα υψηλούς δείκτες καθυστερήσεων σε όλα τα χαρτοφυλάκια και με περιορισμένη τη δυνατότητα παροχής κρατικής βοήθειας, η φαρέτρα των διαθέσιμων λύσεων είναι μάλλον περιορισμένη.

Μ​​ε μεγάλη ικανοποίηση και ιδίως ανακούφιση οι παράγοντες των αγορών, αλλά και οι Ελληνες φορολογούμενοι, που έχουν αιμοδοτήσει εκτενώς τις εγχώριες συστημικές τράπεζες, υποδέχθηκαν τα αποτελέσματα χρήσης του γ΄ τριμήνου 2018. Η κερδοφορία, αν και ακόμη αναιμική, έχει αρχίσει να αποκτά κάποιου είδους ορμή. Βέβαια, για να παραμείνει ή να ενισχυθεί η ορμή αυτή χρειάζεται να συμβεί, κυρίως, ένα γεγονός. Να περιοριστεί δραστικά το κόστος πιστωτικού κινδύνου. Αυτό συνδυαστικά με τη σταθεροποίηση των οργανικών εσόδων αλλά και την απαραίτητη μείωση των λειτουργικών εξόδων (που σε κάποιες περιπτώσεις έχουν ξεφύγει από τα όρια του αποδεκτού) θα οδηγήσει σε βιώσιμα επίπεδα επαναλαμβανόμενης λειτουργικής κερδοφορίας, οδηγώντας μακριά από τον φαύλο κύκλο της διαρκώς απομειούμενης κεφαλαιακής βάσης.

Τον Σεπτέμβριο του 2016, οι ελληνικές τράπεζες υπέβαλαν για πρώτη φορά στην ΤτΕ και στον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό (ΕΕΜ) επιχειρησιακούς στόχους για τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, στόχους που επικαιροποίησαν τον Σεπτέμβριο του 2017 και τον ίδιο μήνα του 2018. Σε αυτά τα δύο χρόνια (Ιούνιος 2016 – Ιούνιος 2018), σύμφωνα με στοιχεία της ΤτΕ, οι ελληνικές τράπεζες κατόρθωσαν να μειώσουν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα στο επίπεδο των 88,6 δισ. ή στο 47,6% των συνολικών δανείων.

Η μείωση αυτή των περίπου 18,3 δισ. (ή λίγο περισσότερο από 17%) επέτρεψε στις ελληνικές τράπεζες να υπερκαλύψουν κατά περίπου 1,6 δισ. τον στόχο μείωσης των ΜΕΑ που είχαν υποβάλει.

Το καίριο ερώτημα που προβάλλεται πλέον από όλο και περισσότερους, των εποπτικών αρχών συμπεριλαμβανομένων, είναι εάν οι ρυθμοί απομείωσης είναι ικανοί να εξασφαλίσουν ότι πρόκειται να επανέλθει, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ο δείκτης ΜΕΑ/ΜΕΔ των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων στα επίπεδα του ευρωπαϊκού μέσου όρου και σε κάθε περίπτωση σε μονοψήφιο ποσοστό, που είναι και το ζητούμενο. Λαμβάνοντας υπόψη το προηγούμενο ευρωπαϊκών χωρών που αντιμετώπισαν στο παρελθόν αντίστοιχες προκλήσεις (Κύπρος, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδια, Ιταλία κ.λπ.), η απάντηση ατυχώς δεν είναι θετική. Σε κάθε μία από τις χώρες αυτές χρειάστηκε η δημιουργία, υπό την αιγίδα του κράτους και την «ευλογία» των ευρωπαϊκών θεσμών, του κατάλληλου σχήματος/πλαισίου ώστε να μειωθεί δραστικά το ύψος των ΜΕΑ. Ο βασικός στόχος αυτού ήταν όχι μόνο να αποφευχθεί νέα, πιθανή προσφυγή στο δημόσιο ταμείο για εκ νέου ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με χρήματα του Ελληνα φορολογουμένου (δεδομένου ότι υπό τις παρούσες συνθήκες φαντάζει εξαιρετικά απίθανο να εισρεύσουν προς ενίσχυση της κεφαλαιακής τους βάσης ιδιωτικά κεφάλαια) αλλά κυρίως για να μπορέσουν και πάλι τα πιστωτικά ιδρύματα να χρηματοδοτήσουν την πραγματική οικονομία, δηλαδή τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Χρήσιμη παράμετρος στη σκέψη μας, αναλύοντας το φαινόμενο και τις πιθανές του λύσεις, είναι πως η περίπτωση κάθε χώρας είναι διαφορετική. Διαφορετικοί είναι οι παράγοντες που δημιούργησαν και μεγιστοποίησαν το πρόβλημα (π.χ. στην Ιρλανδία η κρίση ξεκίνησε από τις τράπεζες ενώ στην Ελλάδα η κρίση εκτονώθηκε σε αυτές), διαφορετικά είναι τα δανειακά χαρτοφυλάκια στα οποία επικεντρώνεται, σε διαφορετικό στάδιο έγιναν οι παρεμβάσεις αναχαίτισης του φαινομένου και, τέλος, διαφορετικές είναι οι δυνατότητες ουσιώδους κρατικής παρέμβασης σε επίπεδο δημοσιονομικών ευκαιριών. Με τις εγχώριες τράπεζες να εμφανίζουν ασυνήθιστα υψηλούς δείκτες καθυστερήσεων σε όλα τα χαρτοφυλάκια και με περιορισμένη τη δυνατότητα παροχής κρατικής βοήθειας που θα μπορούσε ενδεχομένως να χαρακτηριστεί μη συμβατή με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί κρατικών ενισχύσεων, η φαρέτρα των διαθέσιμων (και παράλληλα εφαρμόσιμων) λύσεων είναι μάλλον περιορισμένη. Προ ολίγων εβδομάδων η κεντρική τράπεζα παρουσίασε μία ριζοσπαστική λύση, που επικεντρώνεται στην αξιοποίηση των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (Deffered Tax Credits) στο πλαίσιο της δημιουργίας ενός οχήματος ειδικού σκοπού (SPV) που προσομοιάζει σε μια «κακή» τράπεζα (Asset Management Company). Η πρόταση είναι υπό εξέταση από τις αρμόδιες υπηρεσίες (SSM και DGComp) ενώ έχει τύχει ευμενούς υποδοχής από κύκλους της ΕΚΤ, επενδυτικούς οίκους και οργανισμούς πιστοληπτικής αξιολόγησης. Επίσης εταιρικοί μετασχηματισμοί με σκοπό τον εποικοδομητικό χειρισμό των DTC’s για τη μείωση των ΜΕΔ, κινούνται και αυτοί προς τη σωστή κατεύθυνση.

Μια άλλη ιδιαίτερα πρόσφορη λύση, απολύτως συμβατή και συμπληρωματική με αυτή της ΤτΕ, είναι η πρόταση του ΤΧΣ, παραπλήσια με το από 2016 εφαρμοζόμενο ιταλικό μοντέλο (το επονομαζόμενο GACS). H λύση αυτή αφορά την προστασία στοιχείων ενεργητικού τα οποία αποαναγνωρίζονται πλήρως (derecognision) από τους οικείους ισολογισμούς.

Είναι απολύτως προσαρμοσμένη στης συνθήκες της εγχώριας χρηματοπιστωτικής αγοράς και προβλέπει την τιτλοποίηση (securitization) ΜΕΑ, αφού μεταφερθούν στο κατάλληλο όχημα ειδικού σκοπού, την έκδοση τριών τάξεων ομολογιών (διαφορετικής διαβάθμισης αναφορικά με την προτεραιότητα αποπληρωμής) και την προστασία των ομολογιών της υψηλότερης διαβάθμισης (senior bond) με εγγυοδοσία από το ελληνικό Δημόσιο. Η λύση αυτή προσφέρει πλειάδα από πλεονεκτήματα στα πιστωτικά ιδρύματα που θα επιλέξουν να συμμετάσχουν (η συμμετοχή είναι εθελοντική). Η δραστική μείωση του δείκτη ΜΕΑ, η πολύ περιορισμένη επίπτωση της απόσχισης των ΜΕΑ στα εποπτικά κεφάλαιά τους (συγκριτικά με άλλες λύσεις όπως οι ήδη εφαρμοζόμενες πωλήσεις χαρτοφυλακίων), η δυνατότητα διακράτησης των υψηλής διαβάθμισης ομολογιών με μηδενική επίπτωση στο σταθμισμένο για κινδύνους ενεργητικό, η δυνατότητα διακράτησης μέρους των ομολογιών χαμηλότερης διαβάθμισης, αποσκοπώντας σε μελλοντικό όφελος από την καλύτερη διαχείριση της ρευστοποίησης των στοιχείων ενεργητικού από ανεξάρτητη εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων (του ν. 4354/2015) και τη βελτίωση των συνθηκών της αγοράς, είναι μερικά εξ αυτών. Ενα ακόμη σημαντικό θετικό στοιχείο της εν λόγω προτεινόμενης λύσης είναι πως, λόγω της μεθοδολογίας διάθεσης των εσόδων (waterfall) στις διάφορες τάξεις των ομολογιών, η πιθανότητα κατάπτωσης της εγγύησης του Δημοσίου σε αυτό της υψηλότερης διαβάθμισης είναι εξαιρετικά περιορισμένη, ομοίως και οι ενδεχόμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις αυτής.

Η κρατική εγγύηση σε ένα τέτοιο σχήμα μπορεί να αποδώσει πολλαπλασιαστικά στη μείωση των ΜΕΔ στο σύστημα, δεδομένου πως, υπό προϋποθέσεις, δύναται να ανακουφίσει τις τράπεζες για το τριπλάσιο ή ακόμη και το τετραπλάσιο του ποσού εγγύησης (δηλαδή, για κάθε 1 δισ. ευρώ εγγύησης το σύστημα μπορεί να απαλλαγεί από 3-4 δισ. ευρώ ΜΕΑ). Βέβαια, όπως πάντα άλλωστε, αυτά τελούν υπό την έγκριση τόσο του SSM (αρμόδια εποπτική αρχή) όσο και της DGComp που θα κρίνει το κατά πόσον τα δομικά στοιχεία της συναλλαγής αποτελούν ή όχι κρατική ενίσχυση.

Το εν λόγω σχήμα αποδείχθηκε εξαιρετικά επιτυχημένο στην κατεύθυνση της μείωσης των ΜΕΑ στη Ιταλία, με αποτέλεσμα πλέον οι τράπεζες της γείτονος να «διαγκωνίζονται» περίπου για να λάβουν την εν λόγω κρατική εγγύηση. Εως το τέλος του έτους οι ιταλικές τράπεζες θα έχουν απαλλαγεί από 46 δισ. ευρώ ΜΕΑ διά του τρόπου αυτού.

Οδεύοντας προς το τέλος του 2018, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως οι συστημικές τράπεζες της χώρας (και όχι μόνο) πρέπει το συντομότερο να απαλλαγούν από τη μέγγενη των ΜΕΑ που υπονομεύει κάθε ελπίδα ανάκαμψης της επαναλαμβανόμενης λειτουργικής τους κερδοφορίας αλλά το χειρότερο, απειλεί ευθέως τη μεσομακροπρόθεσμη κεφαλαιακή βιωσιμότητά τους. Ολες οι λύσεις και τα εργαλεία που βρίσκονται στο τραπέζι μοιάζουν, υπό προϋποθέσεις, αξιόπιστα και εφαρμόσιμα και επιβάλλεται το συντομότερο δυνατό να δρομολογηθεί, σε στενή συνεργασία με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, η εφαρμογή τους. Το όλο εγχείρημα αδιαμφισβήτητα αποτελεί ένα τιτάνιο έργο για τις διοικήσεις των τραπεζών, τις εποπτικές αρχές και τους θεματοφύλακες της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, αλλά παράλληλα και πεδίον δόξης λαμπρό για όποιον επιτύχει να το φέρει εις πέρας αποκαθιστώντας την πολυπόθητη κανονικότητα στο σύστημα και στην οικονομία.

Οι απόψεις που εκφράζονται από τον συγγραφέα στο παρόν άρθρο είναι προσωπικές.

* O κ. Ηλίας Ξηρουχάκης είναι μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, εκπρόσωπος της Τράπεζας της Ελλάδος στο Ταμείο.

Πηγή: kathimerini.gr