Δευτέρα 26.08.2019 ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ

Αποψη: Ενημέρωση Τριμηνιαίων Εθνικών Λογαριασμών (μέρος 2ο)

01.01.2019

​​Οι εθνικοί λογαριασμοί μπορεί να αναλυθούν σε τρεις διαφορετικές διαστάσεις. Κάθε μια έχει ενδιαφέρον διότι αποκαλύπτει μια ιστορία για τη διάρθρωση της οικονομίας. Οι τρεις διαστάσεις είναι: Πρώτον, η προστιθέμενη αξία που προκύπτει από την πλευρά της παραγωγής, δεύτερον, η προστιθέμενη αξία από την πλευρά της συνολικής ζήτησης και τρίτον, η προστιθέμενη αξία που προέρχεται από την πλευρά του εισοδήματος. Ας ρίξουμε μια ματιά.

Το ΑΕΠ από την πλευρά της παραγωγής είναι κανονικά ο τρόπος με τον οποίον υπολογίζουμε αρχικά το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν. Οι αρχές λαμβάνουν μετρήσεις από πολλές διαφορετικές πλευρές και από όλους τους κλάδους στην οικονομία και στην ουσία τους ρωτάνε: πόση ήταν η παραγωγή σας αυτό το τρίμηνο ή το έτος; Ετσι ο αγροτικός τομέας και ο εξορυκτικός τομέας, η βιομηχανία, ο τουρισμός, η υγεία και όλοι οι υπόλοιποι τομείς της οικονομίας θα δώσουν στοιχεία για το ύψος της παραγωγής τους, υπολογισμένης σε όρους προστιθέμενης αξίας (δεν χρειάζεται να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίον γίνεται αυτό). Αθροίζοντας τις μετρήσεις από όλους τους κλάδους της οικονομίας αποκτούμε μια εκτίμηση για το εθνικό ΑΕΠ. Αυτός θεωρείται σχεδόν σε όλες τις χώρες ο πλέον αξιόπιστος τρόπος να υπολογίσουμε το μέγεθος της οικονομίας και συνεπώς το ΑΕΠ όπως υπολογίζεται από την πλευρά της παραγωγής τείνει να είναι το μέτρο αναφοράς για τον υπολογισμό του ΑΕΠ.

Το ΑΕΠ από την πλευρά της συνολικής ζήτησης θέτει το ερώτημα: Αν γνωρίζουμε πόσο παράγουμε σε ένα έτος, μπορούμε να πούμε με ποιους τρόπους χρησιμοποιείται αυτή η παραγωγή από την πλευρά της ζήτησης; Υπάρχουν πέντε στοιχεία που μας ενδιαφέρουν: Πρώτον, η εσωτερική κατανάλωση, δεύτερον, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, τρίτον, ο καθαρός σχηματισμός ή η ελάττωση αποθεμάτων ειδών και, τέταρτον, η εξωτερική ζήτηση για παραγωγή ή για εξαγωγές. Αν το σύνολο της παραγωγής σε ένα έτος είναι χαμηλότερο από το σύνολο της ζήτησης για αγαθά και υπηρεσίες με βάση τους τέσσερις παράγοντες που αναφέραμε προηγουμένως, τότε η χώρα θα πρέπει να καλύψει τη διαφορά από το εξωτερικό. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίον οι εξαγωγές, ο πέμπτος παράγοντας, πρέπει να αφαιρεθούν από τη συνολική ζήτηση, επειδή δηλαδή αυτή η ζήτηση δεν μπορεί να καλυφθεί από την εγχώρια παραγωγή. Ετσι, λοιπόν, το ΑΕΠ από την πλευρά της παραγωγής (ποιος παράγει τι) και από την πλευρά της συνολικής ζήτησης (ποιος χρησιμοποιεί αυτή την παραγωγή) είναι ακριβώς το ίδιο.

Στη συνέχεια υπάρχει και τρίτος τρόπος να αναλύσει κανείς το ΑΕΠ και αυτός είναι το ΑΕΠ από την πλευρά του εισοδήματος. Εδώ τίθεται το εξής ερώτημα: αν έχουμε παραγωγή και οι συντελεστές της παραγωγής είναι οι μισθοί, οι αμοιβές και τα κέρδη που προκύπτουν από την παραγωγή, με ποιον τρόπο διανέμεται το εισόδημα που παράχθηκε κατά την παραγωγή ΑΕΠ; Εδώ υπάρχουν τρία στοιχεία: Πρώτον, η αμοιβή της εργασίας, δεύτερον το κόστος του κεφαλαίου ή το λειτουργικό πλεόνασμα και, τρίτον, οι έμμεσοι φόροι μείον τις επιδοτήσεις. Οι έμμεσοι φόροι είναι φόροι προστιθέμενης αξίας τους οποίους συλλέγει η κυβέρνηση και συνεπώς δεν μπορούν να διανεμηθούν είτε στην εργασία είτε στο κεφάλαιο. Η κυβέρνηση δημιουργεί επίσης επιδοτήσεις (κρατική δαπάνη) προς τους συντελεστές της εργασίας και του κεφαλαίου, οπότε αυτές θα πρέπει να αφαιρεθούν από το σύνολο των συλλεχθέντων φόρων προστιθέμενης αξίας. Μιλώντας γενικά, το εισόδημα ή η προστιθέμενη αξία στο ΑΕΠ διανέμονται στην εργασία, το κεφάλαιο και στην κυβέρνηση. Και οι τρεις τρόποι μέτρησης του ΑΕΠ καταλήγουν στο ίδιο ύψος ΑΕΠ.

Στο παρόν σημείωμα, εξετάζουμε την έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ για τους τριμηνιαίους εθνικούς λογαριασμούς από την πλευρά της ζήτησης. Μας ενδιαφέρει η δομή της συνολικής ζήτησης και με ποιον τρόπο επηρεάζει η κυβερνητική πολιτική αυτή τη δομή. Στο επόμενο σημείωμα θα εξετάσουμε την πλευρά του εισοδήματος – ποιος κερδίζει τι.

Στο Γράφημα 1 αποτυπώνεται ο κυλιόμενος μέσος όρος του μεριδίου του ΑΕΠ που προέρχεται από την τελική κατανάλωση (ιδιωτικός και δημόσιος τομέας). Θα δείξουμε πώς συγκρίνεται η Ελλάδα με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης σε κάθε στοιχείο. Ολα τα στοιχεία προέρχονται από την ΕΛΣΤΑΤ και από την Eurostat και καλύπτουν το διάστημα από το πρώτο τρίμηνο του 1995 μέχρι και το τρίτο τρίμηνο του 2018.

Αυτά τα δεδομένα είναι ενδιαφέροντα και γεννούν πολλές ιδέες και υποθέσεις. Για παράδειγμα, σημειώστε πως στην Ελλάδα η κατανάλωση (γύρω στο 90% του ΑΕΠ) είναι πολύ υψηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης (γύρω στο 75% του ΑΕΠ). Πράγμα που σημαίνει πως η άλλη πλευρά της κατανάλωσης, η αποταμίευση, είναι πολύ χαμηλότερη στην Ελλάδα απ’ ό,τι στο σύνολο της Ευρωζώνης. Αν σου αρέσει η κατανάλωση, αλλά δεν είσαι τόσο καλός αποταμιευτής, μάντεψε από πού θα καλυφθεί η διαφορά: χρέος. Αλλά για ποιους λόγους είναι τόσο χαμηλότερη η αποταμίευση στην Ελλάδα απ’ ό,τι στην Ευρωζώνη;

Ενας πιθανός υποψήφιος είναι η υπερτιμημένη πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία. Οταν αυτή είναι υπερτιμημένη, τότε υπάρχει κίνητρο για μεταφορά της κατανάλωσης από το μέλλον στο παρόν, διότι η κατανάλωση σήμερα είναι σχετικά φθηνή σε σχέση με αύριο, όταν επιστρέψει η πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία σε κατάσταση ισορροπίας, όταν υποχωρήσει δηλαδή. Ενας άλλος τρόπος για να το θέσουμε, είναι πως η Ελλάδα δεν είναι ακόμη αρκετά ανταγωνιστική.

Ενας άλλος παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει αυτό το αποτέλεσμα είναι η ηλικιακή δομή του πληθυσμού: οι πιο γηρασμένοι πληθυσμοί τείνουν να αποταμιεύουν λιγότερο διότι τα εισοδήματά τους τείνουν να είναι χαμηλότερα και διότι έχουν λιγότερο χρονικό περιθώριο να ανταλλάξουν την αποταμίευση σήμερα με κατανάλωση αύριο.

Αλλος παράγοντας είναι πως οι χώρες με υψηλό ρυθμό ανάπτυξης τείνουν να αποταμιεύουν περισσότερο από χώρες με χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης, διότι το εισόδημα στις πρώτες αυξάνεται λίγο ταχύτερα από την κατανάλωση. Σε κάθε περίοδο, το εισόδημα αυξάνεται και η κατανάλωση πράττει το ίδιο με μικρή χρονική καθυστέρηση – αυτό οδηγεί σε αύξηση της αποταμίευσης. Στην Ελλάδα έχουμε δομική επιβράδυνση της ανάπτυξης, κάτι που είναι επίπτωση της γήρανσης του πληθυσμού.

Αλλη αιτία είναι πως ενδέχεται ο ιδιωτικός τομέας να είναι –για οποιονδήποτε λόγο– γενναιόδωρος καταναλωτής και κακός αποταμιευτής, αλλά τότε ο δημόσιος τομέας θα πρέπει να αποταμιεύει περισσότερο και να αποτελεί την αντισταθμιστική δύναμη στην κατανάλωση – πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα και διατηρώντας ισορροπία στην οικονομία (μέσω της αποταμίευσης-επενδύσεων). Αν εκτελεστεί αποτελεσματικά αυτή η «αντισταθμιστική» πολιτική, τότε δεν θα υπάρξει υπερθέρμανση της οικονομίας, δεν θα υπάρξει ανατίμηση της πραγματικής συναλλαγματικής ισοτιμίας και η οικονομία θα παράγει από μόνη της επαρκή αποταμίευση. Δικαίως θα υποπτευθεί κανείς πως η ελληνική κυβέρνηση δεν άσκησε στο παρελθόν με μεγάλη επιτυχία αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική ώστε να αντισταθμίσει την κατανάλωση.

Οσοι αναγνώστες ενδιαφέρονται για αυτά τα ζητήματα ενδέχεται να εντοπίσουν και άλλους λόγους για τους οποίους είναι το μερίδιο της κατανάλωσης τόσο υψηλό στην Ελλάδα. Πιστεύω πως αξίζει να παρακολουθεί κανείς αυτό το αξιοπρόσεκτο ζήτημα και να αναρωτιέται αν μπορεί ή αν χρειάζεται να κάνει κάτι η κυβέρνηση ώστε να περιορίσει την κατανάλωση. Επίσης, σημειώστε πως η κατανάλωση αυξήθηκε πολύ κατά τη διάρκεια της κρίσης. Αυτό προκαλεί κατάπληξη σε πολλούς – πώς γίνεται να καταναλώνεις περισσότερο όταν βρίσκεται η οικονομία σε κρίση; Πρόκειται για εκδήλωση ενός εμπειρικού ευρήματος, σύμφωνα με το οποίο όλα τα νοικοκυριά καταφεύγουν στην «εξομάλυνση της κατανάλωσης». Αυτό σημαίνει ότι τα νοικοκυριά δεν μεταβάλλουν την κατανάλωσή τους από το ένα ευρώ στο επόμενο, αλλά ότι προτιμούν να διατηρήσουν ένα ομαλό μοτίβο κατανάλωσης. Οταν μειώνεται το εισόδημα στην περίοδο κρίσης αλλά υπάρχει απλώς μόνο εξομάλυνση της κατανάλωσης, τότε παρατηρείται αύξηση του μεριδίου της κατανάλωσης στο ΑΕΠ. Μόνο αργότερα, όταν υπάρξει διαρθρωτική προσαρμογή της οικονομίας, θα υποχωρήσει αυτός ο λόγος (κατανάλωσης προς ΑΕΠ) προς τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο. Σημειώστε πως και στην Ευρωζώνη παρατηρείται εξομάλυνση της κατανάλωσης με την κρίση του 2009.

Το συμπέρασμα είναι πως ασχέτως των δύσκολων καιρών που πέρασε η Ελλάδα, η όρεξη για κατανάλωση είναι πολύ μεγάλη και αυτό ενδέχεται να αποτελέσει εμπόδιο για την αποταμίευση και τις επενδύσεις που είναι απαραίτητες μακροπρόθεσμα ώστε να είναι υγιής η οικονομία. Η κυβέρνηση μπορεί να το αλλάξει αυτό πηγαίνοντας ενάντια στο ρεύμα του ιδιωτικού τομέα και διατηρώντας πρωτογενές πλεόνασμα στον δημόσιο τομέα. Από πολιτικής απόψεως αυτό είναι δύσκολο.

Ας εξετάσουμε τώρα τις ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στο Γράφημα 2. Οι επενδύσεις ήταν σχετικά παρόμοιες στην Ελλάδα και στην Ευρωζώνη μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης. Είναι σαφές πως η οικονομική προσαρμογή έγινε στην Ελλάδα μέσω της περικοπής των επενδύσεων. Αυτό ενδέχεται να περιλαμβάνει από εγχώριους επιχειρηματίες που διέκριναν πως στο μέλλον θα υπάρχουν λιγότερες ευκαιρίες μέχρι ξένους επενδυτές που υπέφεραν από την υποχώρηση της εμπιστοσύνης για τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας και μέχρι την κυβέρνηση που πλέον δεν διέθετε χρήματα και χρηματοδότηση. Επίσης επιδεινώθηκαν οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες για ιδιωτικές εταιρείες, ενώ επλήγησαν και οι τράπεζες, οπότε η Ελλάδα βρέθηκε στο έλεος της «τέλειας καταιγίδας». Αυτές οι συνθήκες εξομαλύνονται πλέον με πολύ αργό ρυθμό. Αν υπήρχαν διαθέσιμες περισσότερες αποταμιεύσεις (οι κεφαλαιακοί έλεγχοι τρομάζουν τους αποταμιευτές) είτε από τον ιδιωτικό είτε από τον δημόσιο τομέα, τότε ίσως να βελτιωνόταν το επενδυτικό κλίμα. Το πλαίσιο που επιβάλλει η κυβέρνηση (π.χ. κανόνες περί αποσβέσεων) και οι παρεμβάσεις που κάνει, περιλαμβανομένης της φορολογίας, μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά τις επενδύσεις, οπότε πρέπει να καλυφθεί πολύ χαμένο έδαφος.

Ενα πράγμα είναι σίγουρο. Στην Ελλάδα η πλάστιγγα εξακολουθεί να γέρνει αποφασιστικά προς το μέρος της κατανάλωσης. Αν δεν βελτιωθούν οι επενδυτικές συνθήκες, τότε δεν θα είναι λαμπρές ούτε οι ευκαιρίες απασχόλησης και η οικονομία θα μπορούσε να οδηγηθεί σε προσαρμογή μέσω ακόμη περισσότερης μετανάστευσης προς το εξωτερικό. Ας ελπίσουμε πως δεν θα συνεχιστεί αυτό. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από πολιτική που να ενισχύει την εμπιστοσύνη.

Τέλος, στο Γράφημα 3 αποτυπώνεται η δομή των εξαγωγών και των εισαγωγών ως ποσοστό του ΑΕΠ. Εδώ εντοπίζουμε διάφορες ενδιαφέρουσες πληροφορίες:

• Η Ελλάδα έχει σχετικά μικρή οικονομία, αλλά είναι λιγότερο ανοιχτή από την πολύ μεγαλύτερη Ευρωζώνη. Τόσο οι εξαγωγές όσο και οι εισαγωγές είναι μικρότερες ως ποσοστό του ΑΕΠ στην Ελλάδα απ’ ό,τι στην πολύ μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης. Αυτό είναι αναπάντεχο διότι οι μεγαλύτερες οικονομίες είναι σχεδόν πάντοτε λιγότερο ανοιχτές και εξαρτώνται περισσότερο από την εσωτερική κατανάλωση. Υποδηλώνει πως η Ελλάδα πρέπει να ανοίξει ακόμη περισσότερο την οικονομία της προς το εξωτερικό εμπόριο. Αυτό σχετίζεται και πάλι με την κυβερνητική πολιτική και την ανταγωνιστικότητα.

• Στο παρελθόν η Ελλάδα είχε πολύ υψηλό εξωτερικό έλλειμμα για πολύ μακρύ χρονικό διάστημα. Φυσικά, αυτό το έλλειμμα χρηματοδοτούνταν μέσω του δανεισμού. Πλέον έχει σχεδόν αποκατασταθεί η ισορροπία στις ροές. Ωστόσο όπως είδαμε και νωρίτερα η ανισορροπία δεν διορθώθηκε μέσω της ενίσχυσης της αποταμίευσης, αλλά μέσω της μείωσης των επενδύσεων. Με ποιο τρόπο θα μπορούσε να συμβάλλει η κρατική πολιτική ώστε να υπάρξει ενίσχυση των επενδύσεων χωρίς να υπάρξει και πάλι μεγάλο εξωτερικό έλλειμμα; Σε μια οικονομία υπάρχουν πολλά μέρη που κινούνται ταυτόχρονα, οπότε είναι σημαντικό να διεξαχθεί μια ενδελεχής συζήτηση για το πώς θα μπορούσε να επιλυθεί αυτός ο γρίφος.

• Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει μικρό εξωτερικό έλλειμμα; Στην Ευρωζώνη διευρύνεται το εξωτερικό πλεόνασμα. Η Ελλάδα έχει βελτιώσει σημαντικά τις επιδόσεις της στις εξαγωγές, ενώ οι εισαγωγές έχουν επιβραδυνθεί. Οι εξαγωγές και οι επενδύσεις πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα ώστε να υπάρξει μελλοντική ανάπτυξη. Με ποιο τρόπο θα μπορούσε να συμβάλλει η πολιτική; Είναι εξαιρετικά σημαντικό να βελτιωθεί η παραγωγικότητα και η ανταγωνιστικότητα. Περισσότερη κατανάλωση δεν είναι η συνιστώμενη πολιτική. Για να καταλήξει κανείς στις σωστές απαντήσεις, προηγουμένως θα πρέπει να έχει κάνει τις σωστές ερωτήσεις.

Στο επόμενο σημείωμα θα εξετάσουμε το ΑΕΠ από την πλευρά του εισοδήματος. Η εξέταση θα αποδειχθεί, για μία ακόμη φορά, συναρπαστική. Ποιος θα το σκεφτόταν πως ένα σύστημα εθνικών λογαριασμών θα περιείχε τόσες πληροφορίες; Ολα αυτά αφορούν στη «μεγάλη εικόνα». Από εκεί μπορούμε να αναζητήσουμε τις λεπτομέρειες και να αντιληφθούμε ποιες είναι οι επιπτώσεις της ασκούμενης πολιτικής.

Οπως το έκανα και εγώ, είναι ζωτικής σημασίας να παρακολουθεί κανείς κάθε τρίμηνο πώς αλλάζει και γιατί η δομή των στοιχείων της συνολικής ζήτησης του ΑΕΠ. Αυτές οι πληροφορίες είναι πολύτιμες ώστε να είναι ενημερωμένη η πολιτική.

* Ο αρθρογράφος είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος.

Πηγή: kathimerini.gr